Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2020

Ανοίγουν τα Σχολεία

 Πρώτη μέρα στο σχολείο.

1965.

Από καιρό με προετοίμαζαν από το σπίτι γιατί υποψιάζονταν ότι πιθανότατα θα αντιμετώπιζα προβλήματα προσαρμογής.

Για καλή (;) μου τύχη, άλλα τρία γειτονόπουλα θα πήγαιναν μαζί μου στην ίδια Πρώτη Τάξη.

Από το χέρι των μαμάδων μας, λοιπόν, κατηφορίσαμε μέχρι τη μεγάλη σιδερένια πόρτα της αυλής του Σχολείου μας.

Και τότε, τα άλλα γειτονόπουλα, που είχαν πάει την προηγούμενη σχολική χρονιά στο Νηπιαγωγείο, ξεχύθηκαν στην αυλή και έτρεξαν να βρουν τους περσινούς συμμαθητές τους.

Κι εγώ απέμεινα να κρατώ σφιχτά το χέρι της μητέρας μου και να βάζω τα κλάμματα, αρνούμενος να μπω στην αυλή.

Το κάστρο έπεσε με το δέλεαρ μιας γκοφρέτας ΜΕΛΟ, με τα χαρτάκια που μάζευα.

Όμως, το κλάμμα δεν σταματούσε με τίποτε.

Ώσπου με πλησίασε ένα άγνωστο παιδάκι, πιο κοντό από εμένα, με ρώτησε γιατί κλαίω και με πήρε από το χέρι στη γραμμή.

- Πώς σε λένε; τον ρώτησε η μητέρα μου.

- Λάκη, απάντησε αυτός. Και με θάρρος συμπλήρωσε: Αφήστε, θα τον πάρω εγώ να καθήσουμε μαζί στο θρανίο.

Ήμουν τόσο σοκαρισμένος, που δεν θυμάμαι τίποτε άλλο! Ούτε έπαρση σημαίας ούτε προσευχή ούτε αγιασμό ούτε τι έγινε μετά.

Στην αίθουσα πρέπει να μπήκαμε την επόμενη μέρα. 

Θυμάμαι, όμως, ότι κάθησα στην άκρη του πρώτου θρανίου, μπροστά από τον πίνακα και κάτω από το ένα από τα δυο μεγάλα παράθυρα.

Στον πίνακα ήταν ζωγραφισμένο ένα άλογο και ο αριθμός "1".

Η δασκάλα μας είπε να γράψουμε στο τετράδιο τον αριθμό 1, όσες φορές χωράει και να ζωγραφίσουμε το άλογο.

Το αποτέλεσμα της πρώτης εκπαιδευτικής μέρας παρέμεινε στο τετράδιό μου και ευτυχώς διασώθηκε και το παρουσιάζω σήμερα στη συνοδευτική φωτογραφία.



blog comments powered by Disqus